σθεναρός

-ή, -ό / σθεναρός, -ά, -όν, ΝΜΑ, και ιων. τ. θηλ. σθεναρή Α
γεμάτος σθένος, δυνατός, ισχυρός (α. «σθεναρή κράση» β. «σθεναρὰ χείρ», Τζέτζ
γ. «βραχίων σθεναρός», Ευρ.
δ. «ἄτη σθεναρή τε καὶ ἀρτίπος», Ομ. Ιλ.)
νεοελλ.
1. γεμάτος ψυχικό και ηθικό σθένος, θαρραλέος (α. «σθεναρή στάση» β. «σθεναρή αντίσταση»)
2. το αρσ. ως ουσ. σθεναρός
(λογ.) μνημονική λέξη, αντίστοιχη τής λατινικής felapton, τού δεύτερου τρόπου τού τριτόσχημου κατηγορικού συλλογισμού, κατά τον οποίο η μείζων πρόταση είναι καθολικά αποφατική, η ελάσσων καθολικά καταφατική και το συμπέρασμα επιμέρους αποφατικό, λ.χ.: κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να εγκαταλείψει ο ίδιος τον εαυτό του
κάθε άνθρωπος είναι εχθρός τού εαυτού του
άρα, υπάρχουν μερικοί εχθροί τους οποίους δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε
αρχ.
βίαιος, σφοδρός («σθεναρὸς καρδιωγμός», Ιπποκρ.).
επίρρ...
σθεναρώς / σθεναρῶς ΝΑ, και σθεναρά Ν
νεοελλ.
με σθένος, με θάρρος και δύναμη
αρχ.
βίαια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σθένος + επίθημα -αρός κατά τα βριαρός, στιβαρός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σθεναρός — strong masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθεναρός — [стэнарос] εκ. сильный, крепкий, мощный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σθεναρός — ή, ό επίρρ. ά 1. δυνατός, ισχυρός: Οι πολιορκητές της πόλης υποχώρησαν μπροστά στη σθεναρή αντίσταση των υπερασπιστών της. 2. τολμηρός, γενναίος: Η σθεναρή στάση της Ελλάδας στο Αιγαίο θα αποθαρρύνει τον τουρκικό επεκτατισμό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σθεναρά — σθεναρός strong neut nom/voc/acc pl σθεναρά̱ , σθεναρός strong fem nom/voc/acc dual σθεναρά̱ , σθεναρός strong fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθεναρώτερον — σθεναρός strong adverbial comp σθεναρός strong masc acc comp sg σθεναρός strong neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθεναρῶν — σθεναρός strong fem gen pl σθεναρός strong masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθεναρόν — σθεναρός strong masc acc sg σθεναρός strong neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθεναραί — σθεναρός strong fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθεναροῖς — σθεναρός strong masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθεναροῖσιν — σθεναρός strong masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.